Νότια Κρήτη

Με το ποδήλατο στ’ αλώνι….!

Με το ποδήλατο στ’ αλώνι….!

A-
A+
11/10/2017 | 10:35

Λίγες μόνο μέρες έχουνε περάσει, που βρέθηκα για μια ακόμη φορά στο μετόχι, όπου και ήβγαλα την αργαντινή. Ήτανε στα μέσα του Σεπτέμβρη, ενώ το Φεγγάρι προχωρούσε προς το τελευταίο τέταρτο του κύκλου ντου. Βρισκότανε δηλαδή στη λίγωση. Με αποτέλεσμα να μην είναι ορατό τσι πρώτες τουλάχιστον βραδυνές ώρες. Να θυμίσω ότι στη προκειμένη περίπτωση, το Φεγγάρι λέει:
»Οντέ δειπνάς και δε με δεις, καθάργια λίγωση ‘μαι»!!
Αφού το λοιπόν δεν ήτονε ορατό το Φεγγάρι και το σκοτίδι απλωνότανε σ’ όλο του το μεγαλείο, είπα να φωτογραφήσω και απαθανατίσω, τον έναστρο ουρανό, με το φωτογραφικό μου φακό. Αρχίνηξα να τον φωτογραφίζω, εστιάζοντας τους διάφορους σχηματισμούς που κάνουνε τ’ αστέργια, πάνω στο στερέωμα. Εστίασα πρώτα πρώτα το κυκλικό σχηματισμό των αστέρων, που βρίσκεται περίπου στη κορυφή του Ουρανού. Εστίασα δηλαδή το λεγόμενο, όπως λέει ο λαός μας, »τ’ αλώνι του Παπά»!!


Στη συνέχεια εστίασα τους κλέφτες, που μπήκανε και κλέψανε τα βούγια του Παπά από μέσα από τ’ αλώνι και φύγανε, αλλά και το Παπά να τσι ζυγώνει μπας και τους πιάσει, παρέα με τη Παπαδιά το κοπέλι και το δούλο. Εστίασα δηλαδή το σχηματισμό τση μεγάλης Άρκτου.
Κάπου εκειά και πριν προχωρήσω παραπέρα, αισθάνθηκα την ανάγκη να μοιραστώ αυτή τη μαγεία τση βραδιάς, με κάποιον άλλο. Όπως αποδείχτηκε όμως, ήτονε τυχερό να τη μοιραστώ, με το παλιό μου το ποδήλατο.
Απ’ ότι σας έχω πει κι’ άλλες φορές, με το παλιό μου το ποδήλατο ζήσαμε μια ολάκερη ζωή μαζί. Ενώ μαζί είχαμε μοιραστεί πολλές χαρές και λύπες, στο διάβα του χρόνου. Σταθεροί λοιπόν πάντα και οι δυο στσ’ αξίες μας, βρισκόμαστε συχνά κοντά και τα λέμε, ανασκαλεύοντας τα παλιά, ενώ συζητούμε για το σήμερο.
Του φώνιαξα το λοιπόν να ρθει πλια κοντά, για να τα πούμενε άλλη μια φορά. Όταν αρχίνηξα όμως να του λέω για τ’ αλώνι του Παπά, τα βούγια και τσι κλέφτες, που βρίσκονται πάνω στο στερέωμα του Ουρανού, μου κάνει του λόγου ντου: – Μρε Φανούργιο!! Εξεσιχάθηκα μα το Θιο μου να μου τα λες, ούλα ετουτανά, κάθε πότε πότε!! Δεν έρχεσαι λέω ‘γω, ταχυτέρου τη ταχινή, να σε πάρω και να σε πάω σε ένα άλλο αλώνι, που βρίσκεται στο χωργιού σου, που είναι και το μοναδικό αλώνι που σώζεται ακόμη;; Εκειά θα ειδείς και θα αναστοριθείς τόσα και τόσα, που αυτή τη στιγμή δεν νομίζω ότι μπορείς να φανταστείς καθ’ όλου, μα το Θιό. Θα σε πάρω και θα σε πάω στο καλύβι, στ’ αλώνι του προπάππου σου, του Φανουροζαχάρη κι’ ύστερα θα με θυμηθείς!!
Εσυμφωνήσαμε το λοιπόν να φύγουμε την επομένη ταχινή, πρίχου ακόμη ζεστάνει η μέρα. Εγώ βέβαια ετοίμασα από βραδύς τη βούργια μου, αφού τσ’ ήβαλα μέσα, παξιμάδι, ελιές, λαδοτύρι, κρασί, αλλά και μερικά κουνάλια και κεφτέργια, που ότι και ξεραθήκανε, που λίγος καιρός ήτονε που τά ‘χα απλωμένα. Για να πάει όμως και η μέρα καλά, ήβαλα στη βούργια μέσα και το μαυρομάνικο μαχαίρι, πού όπου και να πάω το κουβαλώ, απού διώχνει και τα κακά πνεύματα, όπως λένε!! Τελικά φύγαμε όταν το μεράστρι είχενε ανεβεί κάμποσο ψηλά, γύρο στα δυο κονταρόξυλα περίπου ύψος.
Όταν πλέον φθάσαμε στο Καλύβι, στ’ αλώνι του προπάππου μου του Φανουροζαχάρη, είχενε ξημερώσει για τα καλά και τα πουλάκια με το κελάηδισμα των, σε μια απόλυτη συγχορδία, σε μαγεύανε. Πολύ ακόμη περισσότερο εμάγευε το τοπίο και η θέα. Μα πως να μην εμάγευε, αφού χαμηλά στο βάθος απλώνεται ο πανέμορφος κόλπος τση Μεσαράς, με τα νησιά Παξιμάδια, ενώ απάνω ψηλά ορθώνεται ο γέρο Ψηλορείτης, με τη Σέλα του Διγενή;;
Τα συναισθήματα όμως, όσον αφορά τ’ αλώνι, ήτονε ανάμειχτα. Για μιας οι μνήμες αρχινήξανε να ζωντανεύγουνε και το πρώτο λόγο τον επήρενε το ποδήλατο.
– Κατ’ αρχή μρε Φανούργιο θα ήθελα να πω ένα μεγάλο μπράβο και να εκφράσω τα ειλικρινή μου συναισθήματα, γι’ αυτό που βλέπω σήμερο. Σήμερο βλέπω αυτό εδώ τ’ αλώνι, το μοναδικό εναπομείναν αλώνι στο χωριό σου και μάλιστα σε αρίστη κατάσταση!!Μπράβο στο Ζαχάρη του Σωμαρά, τον έγγονα του Φανουροζαχάρι δηλαδή, που έμαθα ότι του ανήκει τώρα το αλώνι και πόσο καλοδιατηρημένο το έχει!! Παρ’ όλον που το παλιό το καιρό, ήτανε αρκετές δεκάδες αλώνια στο χωριό σου, η νέα γενιά επρόφταξε κι’ σαμεκειά και τα ισοπέδωσε ούλα και τα φύτεψε μουρέλα!! Αυτό εδώ τ’ αλώνι όμως, δεν είναι μόνο σε αρίστη κατάσταση, αλλά και το μικιό σπιτάκι του ιδιοχτήτη, του προπάππου σου δηλαδή, που εξυπηρετούσε τσι ανάγκες των αλωνάριδω, συντηρείται πολύ καλά, για να θυμίζει άλλες εποχές!! Εξ’ άλλου απ’ ότι βλέπω ο προπάππους σου φαίνεται νά ‘τανε και πολύ μερακλής, ανέ λάβουμε υπόψιν μας, που ενώ τα υπόλοιπα αλώνια και η αλωνάριδες εξυπηρετούντονε από πρόχειρα φθιαγμένες καλύβες, από αφράτα, αυτός είχενε πετρόχτιστο σπίτι και μάλιστα με τζάκι μέσα σε αυτό, αλλά και τη θυρίδα-φωλιά για να κάνει η όρνιθα τ’ αυγό!!
Επαέ να κάμω μια παρένθεση και να πω, πως ο προπάππους σου ο Φανουροζαχάρης, ήτονε γιος του γέρο Φανουρογιάννη από τα Βορίζα και γεννήθηκε το 1875 κι αυτός στα Βορίζα. Κατέβηκε στη Γαλιά, περί το 1905, ενώ παντρεύτηκε τη συγχωριανή ντου, τη Γιαμπουλοκατερίνα, που την ήκλεψε από τον Απόλυχνο, την ημέρα του Αγίου Παντελεήμονα, ενώ τελείωνε το πανηγύρι του Αγίου. Την ήφερε στη Γαλιά, που μαζί τζη αργότερα ήκαμε εννιά κοπέλια, το πρώτο το 1907 και το τελευταίο το 1932. Μεταξύ αυτών των κοπελιών ήτονε και ο Παππούς σου ο Γιάννης, που ήτονε και πρωτότοκος. Ενώ η φωτογραφία ούλης τση οικογένειας, συνοδεύει το παρών δημοσίευμα.
Να επανέλθουμε λοιπόν σ’ αυτόν εδώ το χώρο, που καλά θυμάσαι σαν κοπέλι μρε Φανούργιο, πως επαέ γινότανε πάρα πολλά γλέντια, ενώ τσι περισσότερες φορές εκάνανε το »ζεύκι», δηλαδή το τελευταίο τραπέζι την επομένη του γάμου, για να φάνε να πχιούνε και να ευχιθούνε για τελευταία φορά, να ζήσει τ’ ανδρόγυνο που μονοπάντησε!!
– Ασφαλώς θυμούμαι και εγώ μρε ποδήλατο μου εκειανά τα ζεύκια, που ήτονε κάμποσα, αφού η οικογένεια του προπάππου μου του Φανουροζαχάρη, ήτονε αρκετά μεγάλη. Μήπως δε θυμούμαι τ’ αλώνι, πεντακάθαρο όπως ήτονε, να παίζει ο λυράρης στη μέση μέση και ούλοι οι άλλοι να χορεύγουνε μέσα στ’ αλώνι και τα κοπέλια να κάθουνται στους τραλίκους απάνω και να γλεντούνε κι αυτά με το τρόπο τους;; Μήπως δε θυμούμαι τα κρέατα τσιτωμένα με ξύλινες σούβλες απ’ αγριελιά και να τσιτσιρίζει το κριάς πάνω στα κάρβουνα;; Γή μήπως δε θυμούμαι τη κρασοπαρέα, που όσον επέρναγε η ώρα, να πίνει ούλη από ένα λαϊνι, που εδά και μόνο εκατάλαβα, πως πίνανε από το ίδιο λαϊνι ούλη η παρέα, δηλώνοντας έτσι, σύμπνοια, αδερφικότητα, φιλία και ενωμένη γενιά;;
– Μια που αναφέρθηκες μρε Φανούργιο σε αυτά τα ζεύκια, να σου θυμίσω που ο Πατέρας σου είχενε πει στα χωρατά σε ένα ζεύκι, του Μιχαλιού, αμέτε μρε Μιχαλιό με τα φιλαράκια σου να πλύνετε τσι σούβλες εκέ στο Φτεριά στη στέρνα, ανέ θέτε. Φαουμένα και ευχαριστημένα και αυτά από το γλέντι, πήρενε το κάθε κοπέλι μια αγκαλιά σούβλες και πήγανε και τσι κάνανε κοργιάλι στο Φτεριά!! Διανοείσαι μρε Φανούργιο με μια αγκαλιά σούβλες το κάθε κοπέλι, σα πόσες σούβλες νά ‘τανε και κατ’ επέχταση, πόσα νά ‘τανε τα σφαχτά;;
– Εδά που είπες αυτό το αστείο ας πούμενε γεγονός ,μρε ποδήλατο μου, εγώ θα σου θυμίσω ένα σοβαρότερο!! Πάλι ζεύκι ήκανε σε τούτονέ τ’ αλώνι ο Φανουροζαχάρης, την επομένη τση βάφτισης του Γιαννιού ντου. Μεταξύ των άλλων καλεσμένων στο ζεύκι, ήτονε και ο καλός του γείτονας, ο Παπαδονικολής!! Στο βάλε βράσι του γλεντιού, φτάνει και ένας αρκουδιάρης με την αρκούδα ντου και τσι καταχτυπούσε το νταούλι και εχόρευγε. Την ήβαλε μέσα στ’ αλώνι, για να χορέψει και ‘κείνη και αυτός να βγάλει δίσκο, ποντάροντας στσι πενταροδεκάρες αυτινών που τους περίσσευγαν. Ωστόσο κι ο αρκουδιάρης αρχίνηξε να πίνει κρασί και γρήγορα ενσωματώθηκε στη παρέα των Γαλιανών. Δεν αργήσανε όμως οι Γαλιανοί, μεθυσμένοι όπως ήτονε, να τονέ ρίξουνε στο »κόσκινο» και να τονέ δουλεύγουνε, ετσά στα χωρατά.
– Ειντάναι μρε, του λέγανε, ετούτονα το κουλούκι απού μας εκουβάλησες επαδά και εννοούσανε την αρκούδα!!
– Ε όχι δα και κουλούκι βρε παιδιά, που ανέ τηνέ ξεμουστρουχώσω, δεν αφήνει ένα σας!!
-Ετσά το θαρείς!! Πετάγεται και λέει ο Παπαδονικολής.
– Αμοναχός μου τηνέ παλεύγω, ανέ θες!!
– Ε όχι δα και αμοναχός σου, κοτζάμ αρκούδα;;
– Εγώ τηνέ παλεύγω αμοναχός και βάζω και στοίχημα, πως θα τηνέ βάλω κάτω!!
– Δέχομαι το στοίχημα, λέει ο αρκουδιάρης!!
Πετάγεται ο Παπαδονικολής το ντελόγο, καπακιάζοντάς τονε.
– Βάλε στοίχημα πως θα μου δώσεις το λάδι πού κρατείς στο κανιστράκι κι’ ανέ χάσω, θα σου δώσω άλλο ντόσο!! Όπως και εγίνηκε!!
Μουστρουχωμένη η αρκούδα στη μέση του αλωνιού και ο Παπαδονικολής να παλεύγει μαζί τζη!! Δέν άργησε όμως ο Παπαδονικολής, που υπερφυσικές δυνάμεις είχενε, να καπακιάσει την αρκούδα και να τηνέ ρίξει ανάσκελα, στη μέση του αλωνιού!!
Ο αρκουδιάρης, προφασίστηκε δόλο και εζήτηξε επανάληψη τση πάλης!!
Αλλά και τη δεύτερη ακόμη φορά, ο Δωριέας Παπαδονικολής, την ήριξε χάμω!!
Πάλι όμως ο ο αρκουδιάρης προφασίστηκε λανθασμένη λαβή και αρνιότανε να δώσει το λάδι, που λίγο πριν είχενε βάλει στοίχημα.
Ο Παπαδονικολής όμως επέμενε, ότι δεν έχει πρόβλημα να τη βάλει κάτω, με όποια λαβή και τρόπο θέλει ο αρκουδιάρης!! Όπως και γίνηκε!! Την ήβαλε κάτω και για τρίτη φορά!!
Ο αρκουδιάρης όμως, σκληρός διαπραγματευτής όπως ήτονε και επ’ ουδενί ήθελε να χάσει το λάδι ντου, τους απείλησε ούλους, πως θα τση βγάλει τη μουστρουχίνα και όποιος είναι άξιος ας τση σιμώσει!!
Βλέποντας ο Φανουροζαχάρης τη πανουργία του αρκουδιάρη, που για να σώσει το λάδι ντου, απειλούσε ούλους με το ξεμουστρούχωμα τση αρκούδας, επήγενε το αίμα στη κεφαλή ντου,αγρίεψε, ξεφουκαρώνει το μαυρομάνικο μαχαίρι και βουτά τον αρκουδιάρη από το λαιμό, λέγοντας του πως, θα σφάξει πρώτα αυτόν και μετά την αρκούδα!!
Στο ζόρε απάνω ο αρκουδιάρης, σαν είδενε τα κύριε φέρε, ήδωκε το λάδι και εκειά ήληξε η υπόθεση!!
– Πέρα από αυτά τα γλεντοκοπήματα των εποχών εκείνων, μρε Φανούργιο, πόσες και πόσες θύμησες δεν μπορούνε να ρθούνε στο μυαλό μας, και από το καιρό του αλωνισμού;; Πριν να φθάσουμε όμως στο καιρό του αλωνισμού, να σου θυμίσω μρε Φανούργιο με λίγα λόγια, τσι διαδικασίες που ήκανε ο Προπάππους σου ο Φανουροζαχάρης, στο αλώνι μέσα, από το μήνα Μάη κι όλας. Το μήνα Μάη λοιπόν ερχότανε επαέ πέρα και ξεχόρτιζε τ’ αλώνι καλά καλά. Μετά το κατάβρεχε και στη συνέχεια ήβανε μέσα εκείνονέ το κύλινδρο, τον ετσούρλαγε μπόλικη ώρα, μέχρι και γινότανε το χώμα, τσιμέντο. Ύστερα διαλλούσε με νερό φρέσκες βουτσές, από τσι βουτσές των αγελάδων και ήκανε ένα πηχτό διάλειμμα και με αυτό ήλειφε το πάτο του αλωνιού με μια παρασύρα. Σα και ξερενότανε η κρούστα που δημιουργότανε, ήταν έτοιμο γα το αλωνικό!!


Αλλά μια και φθάσαμε κιόλας στο καιρό του αλωνικού, θυμάσαι που ο πατέρας σου σ’ έπεμπε και ήφερνες, πάντα φορτωμένο το γάιδαρο δεμάθια, από φαβόρουβα και συ τα ξεφόρτωνες και τά ‘κανες θεμωνιές επαδά πέρα;; Ενώ ήκανες το κάθε είδος και ξεχωριστή θεμωνιά;; Θυμάσαι που τσακωνόσαστε με τον αδερφό σου, το Ζαχαρία, ποιός θα πρωτοβγεί στο βολόσυρο απάνω, για να κάνει περισσότερους κύκλους στ’ αλώνι;; Μέχρι και τον ήσπρωξες και ήπεσε κάτω και όπως ήτρεχε ο βολόσυρος, τον ήκοψε κάμποσο στο πόδα!!
– Δεν ξέρω ανέ θυμάσαι συ μρε ποδήλατο μου, που αλώνευγε ο Παππούς μου ο Ζαχαρογιάννης, ενώ είχενε στ’ αλώνι μέσα ένα άγριο μουλάρι, που φοβούντονε το βρούχος του βολοσύρου;; Ενώ σε μια στάση που του είχενε κάνει η Σκανδάλενα, για να ξεκουραστεί το μουλάρι, αυτό εκάλπασε, βγαίνοντας όξω από τ’ αλώνι και ετσά που γροικούσενε το βρούχος του βολοσύρου, ήτρεχε σαν το διάολο και εξαφανίστηκε οθώ τη πάντα του Φτεριά!! Μα είντα πλάκα είχανε στη συνέχεια!! Απού η Σκανδάλενα ήκλεγε για το μουλάρι ντως και ο μπάρμπας τση ο Νικολής για το βολώσυρο, απού δικός του ήτονε!!
– Εσύ μρε Φανούργιο θυμάσαι, που όταν ελιχνούσανε και δεν εφύσαγε δυσκός για να λιχνίσουνε οι λιχνιστές το καρπό, ελέγανε αστείες κουβέντες ο ένας στον άλλο;; Όπως: »Διάλε διάλε μρε, για πασπαρίτησες, ακόμα δεν επήγανε να βγάλουνε τσι βράκες τους για να κολυμπήσουνε στο Κόκκινο Πύργο, να ρθει και ο δυσκός, να πολιχνήσουμε και μεις»!! Ενώ όταν ήτονε αδυνατός ο δυσκός, ελέγανε: »Ούλες μρε οι πασπαρίτησες, θα νε πήγανε σήμερο, μονομιάς στο Κόκκινο Πύργο και κάνανε μπάνιο»!!
– Θυμάσαι συ μρε ποδήλατο μου τα βράδια, που κοιμούμαστε ούλοι στρωματσάδα στ’ άχερα απάνω;; Αλλά μια και εθυμήθηκα ετουτονά, να σου θυμίσω ότι τα βράδια δεν επίναμε ποτέ γάλα, αλλά τρώγαμε σκόρδα, για να μη μπαίνουνε τα μνιαρά στσι μπούκες μας!! Ωστόσο πριν να θέσουμε για να κοιμηθούμενε, ελέγαμε πάντοτε και μια γηθειά για να μη μας σε σιμώνουνε τα μνιαρά και γροίκατνε και συ, ανέ θες να τηνέ μάθεις:
»Αι Γιώργη από τσ’ Ασσούς και κερά πο τσ’ Απαντούς, δέσε και χαλίνωσε τα θερμάμενα τση Γης, τον όφι και τη λιόχεντρα και τη σκουλοπετρίδα, το σκορπιό και το λιακόνι, από κάτω από το ματζακόνι, να βγει ο Ήλιος τρία κονταρόξυλα, να πάει ο τυροκόμος να τυροκομήσει και το χάλκωμα να μπουμπουρήσει».
– Θυμάσαι μρε Φανούργιο, όταν κοιμόσαστε τα βράδια, κάτω από τον έναστρο ουρανό, ο Πατέρας σου μέχρι να κοιμηθείτε, σας μίλαγε για ούλους τσι σχηματισμούς των αστεργιών;; Σας μίλαγε για τον Ιορδάνη Ποταμό, του Παπά τ’ αλώνι, τα βούγια και τσι κλέφτες, την αίγα και τα ριφάκια, το Μεράστρι, το Πολικό Αστέρα, τη Μική και τη Μεγάλη Άρκτο, ενώ δε παρέλειπε να σας πει, σε πια θέση θα ν-είναι ούλοι ετούτηνα οι σχηματισμοί, τα ξημερώματα, εκτός βέβαια από το Πολικό Αστέρα απού μένει πάντα σταθερός. Πέρα από τούτανα σας ήλεγε να ξανοίξετε να δείτε, το πολύ μικιό μικιό αστεράκι, που είναι πάντα δίπλα στο Φεγγάρι και τ’ ακολουθά οληνύχτα και σας ήλεγε και τη μαντινάδα:
»Απ’ ούλα τ’ άστρα τ’ ουρανού, το πλια μικιό ‘χει γνώση,
απού κλουθά του Φεγγαργιού, σαμέ να ξημερώση».
– Εσύ μρε ποδήλατο μου θυμάσαι, που όταν περνούσε κάπχοιος από τ’ αλώνι κοντά, κατά τη διάρκεια του λιχνίσματος, πως τους ήλεγε: »χίλια μουζούργια»!! Και οι λιχνιστές του απαντούσανε: »χιλιάδες στο αρχοντικό σας»!!
– Αυτό όμως μρε Φανούργιο που θα σου πω εδά, φαντάζομαι πως δεν το κατέχεις καθ’ ολοκληρία,επειδή είσουνα αγέννητος όταν εγινότανε, ενώ και εγώ από άλλους το έχω μαθωμένο. Γι’ αυτό γροίκα το να το μάθεις και εσύ!! Το παλιό το καιρό μετά που πολωνεύγανε, φωνιάζανε του Σούμπαση για να εισπράξει το μουκατά, ο οποίος ήταν μέσο όρο, 6 %.
– Ούτε συ μρε ποδήλατο μου δεν πρέπει να το κατέχεις, πως οι Παπάδες μέχρι το 1947 ήτονε άμισθοι και ο κάθε νοικοκύρης του πήγαινε ένα κόσκινο καρπό, μετά που θα λα πολωνέψει!!
– Αυτό μρε Φανούργιο μπορεί να μη το κάτεχα καθ’ όλου, αλλά κατέχω ένα άλλο πράμα, που θα σου το πω για να το μάθεις. Κάθε χρόνο λοιπόν, εκρατίζανε καρπό για να σπείρουνε και την επομένη χρονιά. Επροτιμούσανε να τονέ κρατήξουνε πάντοτε, από την μεργιά που φύσαγε ο αέρας, γιατί από τη μεργιά εκεινά ήτονε πλια μεστωμένος!! Εξ’ άλλου μρε Φανούργιο εγώ, κατέχω και κάμποσες παροιμίες που αφορούνε το αλώνι και τον αλωνισμό και θα σου τσι πω και ανέ θες, μάθε τζη !!
* Μικιό μικιό τ’ αλώνι σου, μα νά ‘ναι μοναχικό σου.
* Από τ’ αλώνι του τσιγκούνι, μηδέ άχερο, μηδέ σκόνη.
* Με τσοι χοίρους αλωνεύγεις, είντα διαφορά ανημένεις.
* Ο κακός ο λιχνιστής, συχνοκατουργέται.
– Μιας και μού ‘πες μρε ποδήλατο μου εσύ παροιμίες, εγώ θα σου πω δυο μαντινάδες, που τσί ‘χα μαθωμένες από το Πατέρα μου και φαντάζουμε πως δεν θα τσι κάτεχες καθ’ όλου!!
* Τη κουζουλή μου κεφαλή, κριθάρι θα τη σπείρω,
να βάλω το βωλόσυρο, να τηνέ βωλοσύρο.
* Νά ‘χαμε κι’ είντα νά ‘χαμε, σαράντ’ αυγά σφουγγάτο
και μια χειρομυλόπιτα, σαν τ’ αλωνιού το πάτο.


Ενώ ελέγαμε ετούτες σας τσι παροιμίες και τσι μαντινάδες, εσκιάχτηκα από μακριά, πως μεγάλη παρέα ερχότανε οθώ τ’ αλώνι. Πράγματι, ετσά ‘τονε. Ήτονε εγγόνια και δισέγγονα του Φανουροζαχάρη και συγκεκριμένα, ο Στεφανής του Νικολή, ο Παυλοζαχάρης, ο Παυλογιάννης, ο Κακαδείπνης ο Γιώργης και οι γυναίκες τους, καθώς και κοπέλια ντους!! Ήτονε επίσης κάμποσοι χωριανοί και φίλοι, από τη Γαλιά και τσι Μοίρες!! »Μάλλον κάποιο πουλάκι τους εσφύριξε και ήρθανε και μας σε βρήκανε»!! Εκρατούσανε κριάς, που το κάναμε βραστό, αλλά και στα κάρβουνα, καθώς επίσης και καλό κρασί!! Κρατούσανε όμως και πολλά ψημένα φαγιά, που απ’ αυτά ξεχώριζαν, οι χειρομυλόπιτες και τα ντολμαδάκια τση Κατερίνας του Παυλοζαχάρη, τα γαρδούμια τση Μαρίας του Παυλογιάννη, αλλά και το τηγανηστό κουνέλι τση Ιουλίας του Στεφανή, που με περίσσια τέχνη τό ‘χενε τοποθετημένο πάνω στα λεμονόφυλλα!! Στη συνέχεια μονοπαντήσαμε και αυτά που εγώ κρατούσα στη βούργια, ενώ φάγαμε καλά και ήπιαμε ούλο το κρασί και ευχόμαστε:
– »Ο Θεός να αναπαύσει ούλους αυτούς που περάσανε από τουτονέ τ’ αλώνι και δεν είναι πλέον κοντά μας»!!
Αφού όμως η παρέα ήτονε εξαιρετικά καλή και ούλοι μας ευχαριστηθήκαμε για αυτή τη συνάντηση, αποφασίσαμε να οργανώσουμε του χρόνου και αλωνισμό!! Γι’ αυτό ορίσαμε από τώρα την ημέρα του αλωνισμού, που θα είναι, η πρώτη Κυργιακή του Ιούλη!! Βεβαίως κανονίσαμε να σπίρουμε και σιτάρι, μόλις πιάσουνε οι πρώτες βροχές!! Όπως όλα όμως τα καλά περνούνε στ’ άψε σβήσε, έτσα και τουτονέ!! Φθάσανε τα μεσάνυχτα και μόνο τότε σας εκαταλάβαμε πως πρέπει να αποχωρήσουμε!! Αποχαιρετηθήκαμε και φύγαμε, ευχόμενοι και στον αλωνισμό με το καλό!! Έφυγα και εγώ με το ποδήλατο μου, με προορισμό και πάλι το μετόχι. Πλήρως ευχαριστημένο το ποδήλατο μου και εγώ βέβαια, ευχηθήκαμε και οι επόμενες βόλτες να είναι ανάλογες και όι σαν τσι παραπροηγούμενες, που μόνο στενοχώργια μας είχανε αφήσει!!!

Απ’ αριστερά το μικιό, στη ποδιά της Χρυσούλας : ο Νικολής. Από δεξιά κάτω το μικιό,: η Παυλογιώργενα. Το νεογέννητο στη ποδιά του Ζαχαρία, είναι: η Σωμαρού. —  Χρυσούλα Ι. Φανουράκη, Ιωάννης Ζ.Φανουράκης, Κοσμάς Ζ. Φανουράκης, Ζαχαρίας Ιω Φανουράκης, Πανιερογιάννενα, Αικατ. Ζ. Φανουράκη-Γιαμπουλάκη, Γιώργης ο μακαρίτης(18ετών), Φανούριος Ζ. Φανουράκης και Εμμανουήλ Ζ. Φανουράκης

 

Σύνταξη κειμένου, φωτογραφικό υλικό: Φανούριος Ζαχαριουδάκης.

Το apopsilive.gr ενθαρρύνει τους αναγνώστες να εκφράζουν τις απόψεις και τα παράπονα τους μέσα από την ιστοσελίδα μας, καθώς θεωρούμε ότι ο καθένας έχει δικαίωμα να το κάνει ελεύθερα. Ωστόσο, αυτό δε σημαίνει ότι υιοθετούμε τις απόψεις αυτές καθώς εκφράζουν αποκλειστικά τον εκάστοτε σχολιαστή. Παρακαλούμε τα κείμενα να μην είναι υβριστικά ή συκοφαντικά γιατί δεν θα εγκρίνονται προς δημοσίευση.